διάκων

διάκων,
A = διάκονος, BGU597.4 (i A. D.); pr.n., ib.1046.24 (ii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάκων — ο βλ. διάκονος …   Dictionary of Greek

  • διάκονος — Ο πρώτος και κατώτερος από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Τον τίτλο αυτόν απένεμε η αρχαία Εκκλησία σε όλους εκείνους, αποστόλους και πιστούς, που βοηθούσαν στις πιο ταπεινές υπηρεσίες, όπως η καθαριότητα και η φροντίδα των ιερών σκευών, γιατί …   Dictionary of Greek

  • дьяк — др. русск., ст. слав. диѩкъ (Супр.). Вероятно, из ср. греч. διάκος : διάκων слуга , греч. διάκονος; см. Фасмер, Гр. сл. эт. 53; ИОРЯС 11, 2, 395; 12, 2, 230; Бернекер 1, 198 и сл …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • βαστάζος — ο 1. ο αχθοφόρος 2. χυδαίος, πρόστυχος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < (μτχ.) βαστάζων τού ρ. βαστάζω (πρβλ. άρχος < άρχων, γέρος < γέρων, διάκος < διάκων, δράκος < δράκων, χάρος < χάρων κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • γέρος — ο (θηλ. γριά, η) 1. άνθρωπος πολύ προχωρημένης ηλικίας, ηλικιωμένος 2. ο γέροντας πατέρας 3. ο ηλικιωμένος σύζυγος 4. στον πληθ. οι γέροι οι γονείς 5. παροιμ. α) «ο γέρος κι αν στολίζεται, στον ανήφορο γνωρίζεται» όσο κι αν κρύβει κάποιος την… …   Dictionary of Greek

  • διάκος — ο ο διάκονος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < διάκων < διάκονος (πρβλ. βαστάζος < βαστάζων, γέρος < γέρων, Χάρος < Χάρων)] …   Dictionary of Greek

  • διάκτορος — διάκτορος, ον (Α) 1. (επίθ. τού Ερμή) αγγελιαφόρος ή ψυχοπομπός 2. διάκονος, υπηρέτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη που στον Όμηρο αποδίδεται στον Ερμή (πρβλ. διάκτορος Αργεϊφόντης), ενώ στους μεταγενέστερους ποιητές χαρακτηρίζει την Ίριδα και την Αθηνά. Ως… …   Dictionary of Greek

  • υποδιάκων — ονος, ὁ, Α υποδιάκονος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + διάκων, μτγν. τ. τής λ. διάκονος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.